ploigisi h3
bottom_neo.jpg

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
Ομιλία του Πανοσιολ. Αρχιμ. κ. Γρηγορίου Παπαθωμά, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Φανάρι (2009)


treisierarxaiΟνοματίζει σήμερα η Εκκλησία μας και τιμά τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών και Οικουμενικών Διδασκάλων. Στ’ αλήθεια, γιατί τάχα οι τρεις αυτοί άγιοι να είναι τόσο σημαντικοί, ώστε να τους αποκαλούμε «Οικουμενικούς Διδασκάλους» και μάλιστα να διεκδικούν αυτοί την ιστορική αποκλειστικότητα ως προστάτες των Γραμμάτων και ολοκλήρου της Παιδείας; Η απάντηση θαρρώ πως είναι καθοριστική για την βαθύτερη και ουσιαστική κατανόηση του πολλαπλού μηνύματος της σημερινής εορτής. Και είναι ιδιαίτερα πολλαπλό το μήνυμα, γιατί φέρει μέσα του προοπτικές και ορίζοντες προσανατολισμού και βιοτής για μικρούς και μεγάλους, και ειδικότερα για όσους εμπλέκονται άμεσα στην επίπονη απόπειρα πραγματώσεως αυτής της Παιδείας, δηλ. τους εκπαιδευτικούς, τους ποιμένες, τους γονείς και τα παιδιά.
Πριν από όλα, το μυστικό της επιτυχίας του κολοσσιαίου έργου των Τριών Ιεραρχών ευρίσκεται στο γεγονός ότι επέτυχαν ένα τόλμημα που μέχρι τότε άλλοι δεν το αποτολμούσαν ή αποτύγχαναν. Και το τόλμημα συνίσταται στο ότι έφεραν σε αληθινή συνάντηση δύο κόσμους που μέχρι την εποχή τους ενυπήρχαν και συμπεριφέρονταν ως δύο κόσμοι διαμετρικά αντίθετοι: από τη μια μεριά του Ελληνισμού, που μεσουρανούσε από την αυγή ακόμα της αρχαιότητος, και από την άλλη του Χριστιανισμού, που μόλις τότε εξερχόταν από τους διωγμούς και τις γονικές κατακόμβες. Δεν εστάθηκαν όμως προκατειλημμένοι μπροστά στο γεγονός ότι οι θιασώτες και οι σαρκωτές των διωγμών κατά μυριάδων μαρτύρων ήταν φορείς του πνεύματος που ξεπηδούσε μέσα από τον Ελληνισμό της αρχαιότητος και της ειδωλολατρίας. Αντίθετα, ενέσκυψαν και θέλησαν να δουν βαθύτερα. Γιατί διαπίστωσαν με το οξύ πνεύμα που τους διέκρινε, πως μέσα και πίσω από την ανελέητη πολεμική των διωγμών κρύβονταν ασίγαστη η δίψα για την Αλήθεια και μια ακοίμητη λαχτάρα για την ζήση της. Γι’ αυτό και τόλμησαν, προχώρησαν και νίκησαν. Εμελέτησαν σε βάθος και εμπεριστατωμένα την αρχαία φιλοσοφία και την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Κάτοχοι οι ίδιοι της Ελληνικής παιδείας, εγνώριζαν από μέσα τις αδυναμίες του αρχέγονου Ελληνισμού, αλλά προ πάντων τις αναζητήσεις του. Και το εγχείρημα που επραγματοποίησαν ήταν να προσλάβουν και να βαπτίσουν τον Ελληνισμό στα νάματα του Χριστιανισμού. Και μέσα από εκείνη την κολυμβήθρα ξεπήδησε ένας καινούργιος κόσμος, του οποίου η ονομασία προδίδει τόσο την καταγωγή του όσο και τους δημιουργούς του, ή, ακριβέστερα, προέκυψε μια καινούρια σύνθεση – και επιτρέψτε μου τον όρο και τον νεολογισμό: η Εκκλησιακή Καθολικότητα και Ορθοδοξία, η Ορθοδοξία της Εκκλησίας. Αυτή είναι που στη συνέχεια μεγαλούργησε ως τρόπος υπάρξεως αλλά και ως τρόπος ζωής σε παγκόσμια κλίμακα και σε ολόκληρη την Οικουμένη. Οι Τρεις Ιεράρχες είναι εκείνοι που επέτυχαν οντολογικά η σύνθεση αυτή να είναι και Ορθοδοξία της ζωής και Ορθοδοξία της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, την Εκκλησιακή Ορθοδοξία την οφείλουμε στην Θεολογία τους και στην διδασκαλία τους. Εάν ερωτούσαμε όσους εμελέτησαν και όσους ενεβάθυναν στην διδακαλία τους, θα μας έλεγαν και ότι και οι τρεις έφθασαν στα απώτερα ύψη Θεολογίας και κανείς μεταγενέστερος δεν τους ξεπέρασε. Οι δύο πρώτοι, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, είναι οι δύο Καππαδόκες, που με τον άνωθεν φωτισμό διαφώτισαν και διασαφήνισαν σε κάθε της πτυχή την Τριαδικότητα του Θεού, και κανείς μετά από αυτούς δεν προσέθεσε κάτι καινούργιο. Το ίδιο ισχύει και με τον τρίτο άγιο των Τριών Ιεραρχών, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Κανείς μετά από αυτόν δεν τροποποίησε κάτι από την Θεία Λειτουργία του, ούτε αποπειράθηκε να φτιάξει κάποια άλλη. Αυτή η Θεία Λειτουργία που εκρυστάλλωσε ο Χρυσόστομος, παραμένει αξεπέραστη σε Ανατολή και Δύση, και φθάνει μέχρι τις ημέρες μας και μέχρι τους αιώνες, και είναι αυτή που μας χαρίζει τον αρραβώνα της Βασιλείας και μας εντάσσει ήδη και σωματικά σε αυτήν. Αυτά θα αποτελούσαν δύο από τα πάμπολλα παραδείγματα που θα μπορούσαμε ενδεικτικά να παραθέσουμε, και που συνιστούν αυτό που αποκάλεσα πιο πάνω: Εκκλησιακή Ορθοδοξία των Τριών Ιεραρχών.
Σήμερα όμως αυτή η Εκκλησιακή Καθολικότητα, η πατερική αυτή σύνθεση μετατράπηκε στους χώρους μας και στην παράδοσή μας σε ιδεολογία εθνική, σε ιδεολογία κρατική και στην πράξη σε ιδεολογία ατομικιστική ενώ είχαμε πανανθρώπινο χρέος να διατηρήσουμε ατόφια αυτήν την σύνθεση και αυτόν τον τρόπο υπάρξεως και ζωής μπροστά στα μάτια τόσων μυριάδων ανθρώπων και προ πάντων μπροστά στα μάτια της κάθε νέας γενιάς. Αν η Εκκλησιακή Ορθοδοξία γίνει ιδεολογία, όσο και αν αυτή αποτελεί συνεκτικό κρίκο μιας ομάδος ανθρώπων, δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι για πολύ και δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει καθολικό τρόπο ζωής. Να γιατί σήμερα, ενώ υποτίθεται ότι όλοι μας εμφορούμαστε από την ίδια στάση ζωής απέναντι στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία της, δεν μπορούν αυτά τα δύο να μας ενώσουν, να μας συνδέσουν, να μας κάνουν ένα σώμα, μια ψυχή, έναν λαό, και να συνεχίσουμε έτσι το εκκλησιαστικό γίγνεσθαι που οι Πατέρες μας εκληροδότησαν σε εμάς. Αλλά αναλωνόμαστε σε προσωπικές ή ομαδικές διαμάχες ιδεολογικής καθαρά υφής με αποτέλεσμα τόσο η Εκκλησία όσο και η Ορθοδοξία της να μετατρέπονται σε ουτοπία και σε ζωή απηρχαιωμένη. Να γιατί σήμερα επίσης, ενώ όλοι μας απευθυνόμαστε προς τα έξω και προς τρίτους αγωνιζόμενοι ειλικρινά να φανερώσουμε στον κόσμο τους δύο αυτούς ταυτόσωμους σηματοδότες της πανανθρώπινης ζωής, οι άνθρωποι εύκολα τα απορρίπτουν ως ανεδαφικά, ως ουτοπία, ως μη έχοντα κανένα, μα κανένα μήνυμα για την σύγχρονη ζωή.
Πρώτοι εμείς, λοιπόν, αλλοτριώσαμε το μεγαλείο της κληρονομιάς των Πατέρων μας, των Τριών Ιεραρχών, που εορτάζουμε σήμερα, γιατί αλλοιώσαμε το περιεχόμενο του τρόπου ζωής που αυτοί εσμίλεψαν πνευματικά και πολιτισμικά και έθρεψαν τόσες και τόσες γενιές, αλλά και τόσους «λαούς, φυλές κα γλώσσες, με τα μεγαλεία του Θεού» . Και αυτή η αλλοτρίωση είχε μια διπλή συνέπεια: ούτε οι άλλοι να ζουν στην πνοή ενός νέου – εν Χριστώ – οντολογικού τρόπου ζωής, ούτε και εμείς να μένουμε ικανοποιημένοι, με αποτέλεσμα να αναζητούμε τους άλλους τρόπους ζωής που δεν ταιριάζουν ούτε στην κληρονομιά μας, ούτε στις αναζητήσεις μας. Εάν για παράδειγμα λάβουμε υπ’ όψιν μας τα τεκταινόμενα τελευταίως στο ελλαδικό γίγνεσθαι, στο αναλογικά πρόσφατο αυτό κρατικό σχήμα του υπερτρισχιλιετούς Ελληνισμού, θα δούμε ότι μας δέρνει και μας ταλαιπωρεί ένας ανίατος μιμητισμός σε όλο το φάσμα της ζωής, γιατί εγκαταλείψαμε την δημιουργική πολιτισμική κληρονομιά των Πατέρων μας και το πρωτοπόρο τους γίγνεσθαι και δημιουργείν, και προσδεθήκαμε στο άρμα αλλά και στη συνεχή αναζήτηση ξένων οντολογικών προτύπων. Οι Τρεις αυτοί Άγιοι μας ανέδειξαν πρωτοπόρους, και σήμερα εμείς εφθάσαμε να είμαστε αποπροσανατολισμένοι και ουραγοί. Γι’ αυτό και το μήνυμα της εορτής των Τριών Ιεραρχών είναι επίκαιρο, αφυπνιστικό, προσανατολιστικό και αλάνθαστος ενδείκτης της πορείας μας.
treis ierarxes1Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πρωτίστως οι στυλοβάτες της Εκκλησιακής Ορθοδοξίας, η οποία Εκκλησιακή Ορθοδοξία, ας το επαναλάβουμε ακόμα μία φορά, δεν έχει καμία σχέση με εθνικισμούς και κρατισμούς που υποδουλώνουν το πνεύμα σε ενδοκοσμικές σκοπιμότητες. Είναι κατηγορία πνευματική, οντολογική, πολιτισμική και εσχατολογική. Αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. Δεν γνωρίζει φύλα, φυλές, χρώματα, θρησκευτικές ομολογίες («ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ» ). Γι’ αυτό και έγκριτα η Ιστορία τους προσέφερε με παρρησία την εύστοχη ονομασία «Οικουμενικοί Διδάσκαλοι» και «Πόλου νοητού αστέρες σελασφόροι». Γιατί εχάρισαν στον κόσμο όχι μόνον το «ευ ζην», αλλά γιατί άνοιξαν κυρίως τον δρόμο του «εσχατολογικώς ευ ζην». Και αυτής της κληρονομιάς είμαστε κληρονόμοι. Μιας κληρονομιάς που δεν συγκρίνεται με τα πλούτη, με εξουσίες κα με όλα τα μεγαλεία του κόσμου. Να γιατί – και μόνον έτσι εξηγείται γιατί – όλοι οι μάρτυρες και όλοι οι άγιοι, που προβάλλει η Εκκλησία μας καθημερινά μέσα στο χρόνο ως πρότυπα και οδηγούς στη ζωή μας, έδιναν τα πάντα και στο τέλος την ζωή τους την ίδια, για να γίνουν μέτοχοι και κοινωνοί αυτού του μεγαλείου που ανθρώπινες λέξεις και ανθρώπινες γλώσσες αδυνατούν να περιγράψουν και να ορίσουν.
Αλλά οι Τρεις Ιεράρχες δεν εστάθηκαν σε θεωρητικά κατασκευάσματα, προχώρησαν κατ’ αρχήν βαθύτερα. Πριν απ’ όλα καθόρισαν την σχέση που μπορεί να διέπει τον δάσκαλο με τον μαθητή, μία πρακτική και μία διάσταση Παιδείας, που σήμερα δυστυχώς έχουν ατονίσει αρκετά. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει χαρακτηριστικά: «Ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και το φιλείσθαι» . «Τίποτε καλύτερο δεν διέπει την διδασκαλία παρά μόνο η αγάπη, δηλ. να αγαπά ο δάσκαλος και να αγαπάται από τον μαθητή». Δεν βλέπει άλλο κίνητρο διδασκαλίας ο Χρυσόστομος παρά μόνον την αγάπη για το παιδί. Να που βρίσκεται η ιδιαιτερότητα του διδάσκοντα. Πρώτος ο διδάσκαλος αγαπά και αυτή η αγάπη του εστιάζεται στο να χειραγωγήσει το παιδί από την φυσική αμάθεια σε πλατείς ορίζοντες όχι μόνον γνώσεως αλλά και τρόπου ζωής. Και ο τρόπος ζωής στον οποίο θα εθίσει ο διδάσκων το παιδί δεν είναι άλλος παρά η αγάπη! Και όταν μάθουν τα παιδιά μας να αγαπούν, θα ξέρουν τότε και τις αποκτηθείσες γνώσεις να αξιοποιήσουν σωστά, και να ζήσουν ρεαλιστικά και αρμονικά στο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον. Συχνά πιστεύουμε πως ο διδάσκων μιλά από θέση υπεροχής και αυθεντίας. Οι Τρεις Ιεράρχες προτείνουν μίαν άλλη θέση, αυτήν της καρδιάς του παιδιού! Το παιδί αντιλαμβάνεται πολύ εύκολα την αγάπη του δασκάλου, όταν αυτός μπορεί να αγαπά, και τότε τον τοποθετεί μες στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αγάπη του γι’ αυτόν. Η αποδοχή του διδάσκοντα σημαίνει αυτόματα και αποδοχή αυτών που επαγγέλλεται. Γι’ αυτό και η αγάπη προηγείται πάντοτε της παροχής των οποιωνδήποτε γνώσεων. Όσοι διδάσκοντες εξεκίνησαν αντίστροφα, ή δεν κατάφεραν να αγαπήσουν το παιδί ή απέτυχαν οικτρά στην εκπαιδευτική τους απόπειρα. Δεν υπάρχει ίσως ωραιότερη στιγμή για τον εκπαιδευτικό από αυτήν που θα νιώσει ότι η παιδαγωγική του σπορά είχε καρπούς γνώσεων αλλά και αγάπης. Όταν θα νοιώσει τους μαθητές του να τον αγαπούν. Και τα παιδιά ξέρουν να αγαπούν. Ίσως και τότε να είναι η στιγμή της συνειδητοποιήσεως για τον διδάσκοντα πως το παιδί, το κάθε παιδί, γίνεται μέρος του εαυτού του, νους εκ του νοός του και καρδία εκ της καρδίας του, μέρος της υπάρξεως του. Έτσι, λοιπόν, η σχέση που διέπει διδάσκοντες και μαθητές είναι σχέση αγαπητική, σχέση προσωπική και σχέση αμοιβαιότητος. «Ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι».
Οι Τρεις Ιεράρχες πληθωρικά απευθύνουν μηνύματα και παραινέσεις και προς τους γονείς. Γονείς, λένε, μην ξεχνάτε πως τα παιδιά σας είναι πρόσωπα, ως εικόνες του Τριαδικού Θεού, τρυφερές υπάρξεις και ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Κάθε ενέργειά σας έχει βαθύ αντίκτυπο στην ευαίσθητη ύπαρξη τους. Πάνω από όλα όμως τα παιδιά προσβλέπουν προς τους μεγάλους, γονείς αλλά και διδάσκοντες, και η συμπεριφορά των μεγάλων είναι αυτή που καθορίζει το ήθος και την ψυχική διάπλαση, την διαμόρφωση οντολογικού φρονήματος αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά τους. Για να νοιώσουμε καλύτερα την βαρύτητα αυτών των λόγων, θα ήθελα να παραθέσω την χαρακτηριστική φράση του Γρηγορίου, όντας αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, για τον αδελφικό του φίλο τον Βασίλειο, σχολιάζοντας την μεγάλη αποδοχή που είχαν τα λόγια του, από τον λαό της Καππαδοκίας, αλλά και ολοκλήρου της Οικουμένης: «Βροντή σείο λόγος, αστεροπή δε βίος» . «είναι ο λόγος σου βροντή, γιατί η ζωή σου είναι αστραπή».

footer
  • Τετάρτη 22 Νοεμβρίου

    Φιλήμονος, Κικιλίας, Βαλλεριανού και Τιβουρτίου μαρτύρων
  • Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 63 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ